αντεγκαλώ


αντεγκαλώ
(Α ἀντεγκαλῶ, -έω)
καταγγέλλω κι εγώ αυτόν που με κατάγγειλε.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντέγκλημα — ἀντέγκλημα, το (AM) [αντεγκαλώ] η αντικαταγγελία, η αντικατηγορία …   Dictionary of Greek

  • καλώ — (AM καλῶ, έω, Α αιολ. τ. κάλημι) 1. ζητώ από κάποιον να έρθει κοντά μου (α. «κάλεσε την πυροσβεστική γρήγορα» β. «εἰς ἀγορὴν καλέσαντα... Ἀχαιούς», Ομ. Οδ.) 2. προσκαλώ κάποιον για χορό, δείπνο, γιορτή κ.λπ., συγκεντρώνω άτομα με πρόσκληση (α.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.